Skip to content Skip to footer

7 λάθη που γίνονται στην εποπτεία ψυχολόγων

Τι λειτουργεί καλά στην εποπτεία και τι μπορεί να γίνει για να βελτιωθούν τα αποτελέσματα της εποπτικής διαδικασίας;

Η κλινική εποπτεία είναι ο τρόπος εκπαίδευσης που προτιμάται στην ψυχοθεραπεία.¹ Οι περισσότεροι από μας θεωρούμε την κλινική εποπτεία ως αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής εξέλιξής μας και είναι δύσκολο να σκεφτεί ένας ψυχολόγος να μη μπορεί να στραφεί σε κάποιον για καθοδήγηση και συμβουλές, ειδικά όταν δεν κάνει την επιθυμητή πρόοδο με ένα θεραπευόμενο.

 

Εποπτεία και κλινική επίδραση

Με δεδομένο το όφελος που αποκομίζουμε από την κλινική εποπτεία, η επόμενη ερώτηση θα ήταν αν αυτή η διαδικασία έχει ουσιαστική επίδραση στην ευημερία του θεραπευόμενού μας.

Πριν από 8 χρόνια, ο ψυχολόγος Έντουαρντ Ουάτκινς, πραγματοποίησε συστηματική ανασκόπηση 18 εμπειρικών μελετών που εξέταζαν την επίδραση της κλινικής εποπτείας στα αποτελέσματα των θεραπευόμενων. Βασισμένος σε αυτή την ανάλυση ο Ουάτκινς δήλωσε … τα συλλογικά δεδομένα δε ρίχνουν νέο φως στο ζήτημα. Δεν είμαστε σε θέση να πούμε κάτι καινούριο σχετικά με τη συνεισφορά της εποπτείας στα αποτελέσματα των θεραπευόμενων².

Πιο πρόσφατα, μια ομάδα επιστημόνων ξεκίνησε να ερευνά το ερώτημα με τη βοήθεια μιας μεγάλης βάσης δεδομένων πέντε χρόνων, που αποτελούνταν από 6.521 πελάτες, 175 θεραπευτές και 23 κλινικούς επόπτες.³ Παράγοντες όπως το επίπεδο εμπειρίας του επόπτη, το επάγγελμα (ψυχολόγος ή κοινωνικός λειτουργός) και τα προσόντα, δεν προέβλεψαν διαφορές ανάμεσα στους επόπτες.

Επιπλέον, ο ρόλος του επόπτη εξήγησε λιγότερο από το 1% της διαφοροποίησης στα αποτελέσματα των θεραπευόμενων. Με άλλα λόγια, και σε αντίθεση με τις προσδοκίες, η κλινική εποπτεία δεν φαίνεται να μεταφράζεται σε βελτιωμένα κλινικά αποτελέσματα.

Μάθε από τους καλύτερους Θεραπευτές παρακολουθώντας τις Συνεδρίες του TherapyNetwork.eu, γίνε σήμερα Συνδρομητής!

 

Σκέψεις για την κλινική εποπτεία

Γιατί η κλινική εποπτεία δεν μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση των αποτελεσμάτων των θεραπευόμενών μας; Δεδομένου ότι επενδύουμε τόσο χρόνο και χρήμα σε αυτή τη διαδικασία, ίσως χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τις πρακτικές που χρησιμοποιούμε στην εποπτεία. Ακολουθούν επτά λάθη της εποπτείας και υποθέσεις για το πώς συνδέονται με προφανή κλινικά αδιέξοδα:

  1. Πολλή συζήτηση θεωρίας
  2. Επιβράβευση
  3. Έλλειψη παρακολούθησης της προόδου του θεραπευόμενου
  4. Έλλειψη παρακολούθησης του επιπέδου συμμετοχής κατά την εποπτεία
  5. Μη ανάλυση της συνεδρίας
  6. Έμφαση στον εαυτό και παραμέληση της επίδρασης στον θεραπευόμενο
  7. Έλλειψη εστίασης στους μαθησιακούς στόχους του θεραπευτή

1. Πολλή συζήτηση για τη θεωρία

Συχνά, η συνάντηση για την κλινική εποπτεία περιστρέφεται γύρω από συζήτηση περιπτώσεων, διαμόρφωση περιπτώσεων και θεωρητική ανάλυση της κλινικής παθολογίας. Αυτό υπάγεται στην κλινική εννοιολογική γνώση και δεν εμβαθύνει στα λεπτό προς λεπτό διαδραστικά μοτίβα που ξεδιπλώνονται την ώρα της θεραπείας.

Το 1993, ο Καρλ Ρότζερς επεσήμανε ότι Η πλήρης γνώση των ψυχιατρικών και ψυχολογικών πληροφοριών, μαζί με ένα λαμπρό πνεύμα που μπορεί να εφαρμόσει αυτή τη γνώση, δεν αποτελούν εγγύηση της θεραπευτικής ικανότητας4.

 

2. Επιβράβευση

Μεταξύ επιβλεπόντων και θεραπευτών ακούω συχνά: Ναι, αλλά ο θεραπευόμενός σου συνεχίζει να έρχεται σε σένα, έτσι; Στην πραγματικότητα, ένα μικρό ποσοστό θεραπευόμενων (10%) αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο ποσοστό (60-70%) δαπανών συμπεριφορικής υγείας, δείχνοντας μια συνεχή χρήση υπηρεσιών χωρίς επιτυχή αποτελέσματα.5

Ενώ είναι σημαντικό να φροντίζουμε την αίσθηση εαυτού του εποπτευόμενου, αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά δεν μας βοηθά απαραίτητα να βελτιωθούμε ως ψυχολόγοι.

Περίπου το ένα τρίτο των θεραπευόμενων συνεχίζουν τη θεραπεία χωρίς να βλέπουν ιδιαίτερη βελτίωση. Αν συνεχίσουμε να δίνουμε επαίνους ή παρηγοριά χωρίς να βοηθάμε τους θεραπευτές να αναπτύσσονται και να βελτιώνουν τα αποτελέσματα των δύσκολων περιπτώσεων, δεν κάνουμε καλό ούτε στους θεραπευτές ούτε στους θεραπευόμενους.

 

3. Έλλειψη παρακολούθησης της προόδου του θεραπευόμενου

Οι θεραπευτές είμαστε γενικά αισιόδοξοι. Χωρίς παρακολούθηση των αποτελεσμάτων, ανά συνεδρία, αποτυγχάνουμε να εντοπίσουμε την επιδείνωση της θεραπευτικής διεργασίας που οδηγεί τους θεραπευόμενους να κάνουν drop out.

Ένα σύνολο μελετών δείχνει ότι η χρήση συστημάτων μέτρησης όπως ένα εργαλείο ανατροφοδότησης σε πραγματικό χρόνο, όχι μόνο μειώνει την επιδείνωση στην κατάσταση του θεραπευόμενου, αλλά περιορίζει στο μισό αυτούς που σταματούν τις συνεδρίες, και διπλασιάζει τη συνολική αποτελεσματικότητα της θεραπείας.6

Ακόμα και όταν χρησιμοποιούμε συστήματα παρακολούθησης αποτελέσματος όπως το Outcome Rating Scale (ORS) και το Session Rating Scale (SRS), το Outcome Questionnaire (OQ-45) ή το Clinical Outcome Routine Evaluation-Outcome Measure (CORE-OM), αποτυγχάνουμε να τα εντάξουμε ουσιαστικά στη διαδικασία εποπτείας. Χρησιμοποιούμε τα συστήματα μέτρησης ως εργαλείο αξιολόγησης και όχι ως εργαλείο διαλόγου.

 

4. Έλλειψη παρακολούθησης του επιπέδου συμμετοχής κατά την εποπτεία

Είναι συνήθως δύσκολο για τον θεραπευόμενο να δώσει ανατροφοδότηση στον θεραπευτή. Είναι επίσης δύσκολο, αν όχι δυσκολότερο, στον εποπτευόμενο να δώσει ανατροφοδότηση σχετικά με τα επίπεδα συμμετοχής στην εποπτεία – ειδικά αν ο επόπτης είναι συνάδελφος.

Η αλήθεια είναι ότι οι επόπτες έχουν την αρκετά δύσκολη δουλειά να εξασφαλίσουν ότι η συμμετοχή τους έχει αποτέλεσμα όχι μόνο για τον θεραπευτή αλλά και το θεραπευόμενο. Έχοντας κάποιου είδους επίσημη διαδικασία για να καταλαβαίνουν τι λειτουργεί καλά για τον εποπτευόμενο μπορεί να βοηθήσει.

Επιπλέον, δεδομένου ότι επόπτες και εποπτευόμενοι ίσως έχουν ρόλους που αλληλοεπικαλύπτονται ή συναδελφικούς δεσμούς εκτός εποπτείας, η παρουσία μιας επίσημης διαδικασίας ανατροφοδότησης επιτρέπει σε όλους να αντιμετωπίσουν τυχόν θέματα σε πραγματικό χρόνο.

Εξέλιξε τις Θεραπευτικές Γνώσεις σου με τα ACADEMY Εκπαιδευτικά Σεμινάρια, γίνε σήμερα Συνδρομητής!

 

5. Μη ανάλυση της συνεδρίας

Στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, περισσότερο μιλάμε για τη θεωρία παρά αναλύουμε τη λεπτό προς λεπτό δυναμική της ώρας της συνεδρίας. Οι περισσότεροι επόπτες δεν παρακολουθούν βιντεοσκοπημένα μέρη της συνεδρίας, ώστε να επισημάνουν σημεία τα οποία ο θεραπευτής μπορεί να βελτιώσει. Όπως και σε άλλα πεδία, είναι σημαντική η καταγραφή των συνεδριών, ώστε να υπάρχει ανατροφοδότηση σε πραγματικά δεδομένα.

 

6. Έμφαση στον εαυτό και παραμέληση της επίδρασης στον θεραπευόμενο

Μπορεί να μη συμφωνείτε με αυτή την παρατήρηση, αλλά δίνεται μεγάλη έμφαση στον εαυτό του θεραπευτή εις βάρος της επίδρασης στον θεραπευόμενο. Πολύς χρόνος εποπτείας ξοδεύεται σε θέματα όπως η επιβράβευση του εποπτευόμενου, ενώ δεν δίνεται αρκετή βαρύτητα στο να χρησιμοποιούνται τα στοιχεία από την παρακολούθηση της προόδου σε πραγματικό χρόνο για να κατευθύνεται η συζήτηση.

 

7. Έλλειψη εστίασης στους μαθησιακούς στόχους του θεραπευτή

Τέλος, υπάρχει έλλειψη εστίασης στους μαθησιακούς στόχους του θεραπευτή. Αυτό ίσως είναι το πιο ζωτικό αλλά ελλιπές στοιχείο στην επαγγελματική εξέλιξή του. Πολύ συχνά, δεν υπάρχει συνοχή ανάμεσα στις μαθησιακές ανάγκες του θεραπευτή και τα προβλήματα της κλινικής περίπτωσης. Επίσης, συχνά υπάρχει έλλειψη συστηματικής παρακολούθησης της εξέλιξης του εποπτευόμενου.


Αναφορές:

– (1) Watkins, C. E. (2010). Psychotherapy Supervision Since 1909: Some Friendly Observations About its First Century. Journal of Contemporary Psychotherapy, 1-11. doi: 10.1007/s10879-010-9152-2

– (2) Watkins, C. E. (2011). Does Psychotherapy Supervision Contribute to Patient Outcomes? Considering Thirty Years of Research. The Clinical Supervisor, 30(2), 235-256. doi: 10.1080/07325223.2011.619417

– (3) Tony G. Rousmaniere, Joshua K. Swift, Robbie Babins-Wagner, Jason L. Whipple & Sandy Berzins (2014): Supervisor variance in psychotherapy outcome in routine practice, Psychotherapy Research, DOI: 10.1080/10503307.2014.963730

– Miller, S. D., Hubble, M., & Chow, (n.d.). Better Results: Using Deliberate Practice to Improve Therapeutic Effectiveness (Manuscript in preparation)

– (4) Carl Rogers, 1939, p. 284 The Clinical Treatment of the Problem Child.

– (5) Lambert, M. J., Whipple, J. L., Hawkins, E. J., Vermeersch, D. A., Nielsen, S. L., & Smart, D. W. (2003). Is It Time for Clinicians to Routinely Track Patient Outcome? A Meta-Analysis. Clinical Psychology: Science and Practice, 10(3), 288-301. http://dx.doi.org/10.1093/clipsy/bpg025

– (6) Schuckard, E., Miller, S. D., & Hubble, M. A. (2017). Feedback-informed treatment: Historical and empirical foundations. Prescott, David S [Ed]; Maeschalck, Cynthia L [Ed]; Miller, Scott D [Ed] (2017) Feedback-informed treatment in clinical practice: Reaching for excellence (pp 13-35) x, 368 pp Washington, DC, US: American Psychological Association; US, 13-35.

– Miller, S. D., Hubble, M., & Chow, D. (2017). Professional development: An Oxymoron? In T. Rousmaniere, R. K. Goodyear, S. D. Miller, & B. Wampold (Eds.), The Cycle of Excellence: Using Deliberate Practice in Supervision, Training, and Independent Practice (pp. 23-47). River Street, Hoboken, NJ 07030, USA: Wiley Press.

– Miller, S. D., Hubble, M., & Chow, D. (manuscript in prepration). Better results: Using deliberate practice to improve therapeutic effectiveness. Washington: American Psychological Association.

Πηγή: PsychologyNow.gr