• Αρχική
  • Άρθρα
  • Πόσα χρειάζεται να γνωρίζετε για τη ζωή του ψυχοθεραπευτή σας;
ζωγραφιά που απεικονίζει μια θεραπεύτρια και μια θεραπευόμενη με τη τσάντα της θεραπεύτριας να έχει ανοίξει και να προβάλλει προσωπικά αντικείμενα

Πόσα χρειάζεται να γνωρίζετε για τη ζωή του ψυχοθεραπευτή σας;

Στην σημερινή εποχή είναι αδύνατο για οποιονδήποτε επαγγελματία να είναι tabula rasa, το οποίο όμως ίσως δεν είναι τόσο κακό.

Μεταξύ ψυχοθεραπευτών κυκλοφορεί μια ιστορία - ίσως πρόκειται και για αστικό μύθο- που λέγεται παραινετικά, ίσως και εκφοβιστικά στην αρχή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας των ψυχοθεραπευτών. Μια ψυχοθεραπεύτρια, που είχε ήδη υποστεί αρκετές αποβολές, έλαβε ένα τηλεφώνημα από το γυναικολόγο της: η είδηση ​​ήταν ότι η εγκυμοσύνη της δεν ήταν βιώσιμη. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε ένα καφέ περιμένοντας να πάρει τον καφέ της και μπροστά στον πάγκο, ξέσπασε σε κλάματα με λυγμούς. Ένας θεραπευόμενος της έτυχε να βρίσκεται μέσα στο ίδιο καφέ και την είδε να κλαίει σπαρακτικά. Βγήκε από την πόρτα, ακύρωσε το επόμενο ραντεβού μαζί της και δεν επέστρεψε ποτέ.

- Δεν πρόκειται να συνεχίσετε να γράφετε τώρα που γίνατε ψυχοθεραπεύτρια, σωστά; Η παραπάνω ρητορική ερώτηση απευθύνθηκε σε μία ψυχοθεραπεύτρια στην αρχή της σταδιοδρομίας της.

Η συνάδελφός που τη ρώτησε γνώριζε ότι πριν ξεκινήσει τις σπουδές της ως ψυχοθεραπεύτρια, ήταν συγγραφέας: είχε γράψει για προσωπικά της θέματα όπως για την παιδική της ηλικία, για την προσωπική της ζωή, πως είναι να έχει ένα μωρό ως ανύπαντρη μητέρα κτλ σε διάφορα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες  Ίσως η συνάδελφος σκεφτόταν ότι μια γυναίκα στην ηλικία των 30 ετών που ήθελε να γίνει μητέρα αλλά δεν θα το έκανε ποτέ ως ανύπαντρη, δεν θα την ήθελε ως ψυχοθεραπεύτρια ή δεν θα της έλεγε την αλήθεια για το πώς αισθανόταν, από φόβο μην την προσβάλει.

Η ανησυχία είναι κατανοητή. Η θεραπευτική σχέση ευδοκιμεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Οι θεραπευόμενοι μοιράζονται τη ζωή τους με τους ψυχοθεραπευτές και όχι το αντίστροφο. Αλλά πλέον όλες αυτές οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες με το πάτημα ενός κουμπιού. Τι θα γίνει σε αυτή την περίπτωση; Οι θεραπευόμενοι θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο που αντέδρασε ο θεραπευόμενος στην αρχική ιστορία;

Οι ψυχοθεραπευτές, φυσικά, ασχολούνται με τις καθημερινές προκλήσεις της ζωής όπως ακριβώς όλοι οι υπόλοιποι. Στην πραγματικότητα, αυτή η καθημερινότητα, αποτελεί τα θεμέλια της σύνδεσης που δημιουργούν οι θεραπευτές με τους θεραπευομένους που τους εμπιστεύονται με τις πιο προσωπικές ιστορίες και μυστικά τους.

 

Μέσω της εκπαίδευσής τους, οι θεραπευτές διδάσκονται θεωρίες, εργαλεία και τεχνικές, αλλά μέσω της εμπειρίας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος.

 

Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθούν να «δουλεύουν» κάθε μέρα με τους εαυτούς τους - με τα δικά τους ευάλωτα και «τυφλά» σημεία, τις δικές τους επιθυμίες και ανασφάλειες και τις δικές τους εμπειρίες και ιστορίες. Από όλα τα διαπιστευτήρια για έναν θεραπευτή το πιο σημαντικό είναι ότι είναι μέλος της ανθρωπότητας και λόγω αυτής της ανθρώπινης ιδιότητας μπορεί να βοηθήσει τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Οι περισσότεροι θεραπευτές σήμερα χρησιμοποιούν κάποιας μορφής αυτοαποκάλυψη στο έργο τους. Μπορεί για παράδειγμα να μοιράζονται κάποιες από τις αντιδράσεις τους που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίας ή να παραδέχονται ότι παρακολουθούν την τηλεοπτική εκπομπή στην οποία ο θεραπευόμενος αναφέρεται. Καλύτερα να παραδεχτείτε ότι βλέπετε το «Power of Love» ή το “Survivor” παρά να προσποιείστε ότι δεν τα έχετε ακούσει ποτέ και να λέτε καταλάθος το όνομα ενός παίκτη που δεν έχει αναφερθεί ακόμα.

 

Το ερώτημα του τι μπορεί να μοιραστείτε στη συνεδρία, είναι ιδιαίτερο θέμα

Ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί για παράδειγμα να πει σε ένα θεραπευομένο, του οποίου το παιδί είχε σύνδρομο Tourette,  ότι και ο ίδιος είχε έναν γιο με το αυτό το σύνδρομο με αποτέλεσμα να εμβαθύνει η σχέση τους. Ενώ ένας άλλος συνάδελφος είχε σε θεραπεία έναν άνθρωπο, του οποίου ο πατέρας είχε αυτοκτονήσει, αλλά ποτέ δεν του αποκάλυψε ότι και ο δικός του ο πατέρας είχε κάνει το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναλογιστεί ο θεραπευτής τι πρέπει να μοιραστεί, λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση στην εξής ερώτηση για να εκτιμηθεί η αξία της αποκάλυψης: Είναι χρήσιμες αυτές οι πληροφορίες για τον θεραπευόμενο;

 

Εκτός της θεραπείας όμως, ποιοι είναι οι κανόνες;

Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν πρέπει να κάνουν δημόσια οι θεραπευτές: Να φωνάξουν θυμωμένα σε έναν φίλο σε ένα εστιατόριο ή να πουν κακότροπα στο κινητό Το ξέρω, μαμά! με έναν θεραπευόμενο να βρίσκεται κοντά τους. Αν είστε μια σεβαστή παιδοψυχολόγος, θα ήταν ιδιαιτέρως αμήχανη στιγμή για εσάς να βρίσκεστε στο φούρνο με τον 4χρονο γιο σας και ενώ κλαίει και οδύρεται για ακόμη ένα μπισκότο, να φωνάζει σε μία στιγμή έκρηξης: Είσαι η χειρότερη μαμά του κόσμου! ενώ δίπλα σας βρίσκεται τυχαία το 6χρονο παιδί που βλέπετε στη θεραπεία και η μητέρα του.  

Άραγε, είναι όντως αλήθεια ότι όταν οι θεραπευόμενοι βλέπουν την ανθρώπινη πλευρά των θεραπευτών τους σταματούν τη θεραπεία;

Σίγουρα, πολλοί θεραπευόμενοι είναι επίσης περίεργοι για την προσωπική ζωή των ψυχοθεραπευτών. Είναι πολύ πιθανόν να γκουγκλάρουν τον ψυχοθεραπευτή τους με την προϋπόθεση να κρατήσουν αυτή την ενέργεια για τον εαυτό τους αν και αναπόφευκτα στο τέλος κάτι τους ξεφεύγει. Ωστόσο, οι πληροφορίες που λαμβάνουν από το διαδίκτυο πολλές φορές δεν είναι ακριβείς.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι ψυχοθεραπευτές δεν γκουγκλάρουν τους θεραπευόμενούς τους - θέλουν να μάθουν για τη ζωή τους, αλλά μόνο όπως την αφηγούνται οι ίδιοι. Δεν τους ενδιαφέρουν απλώς οι πληροφορίες, αλλά και ο τρόπος που μοιράζονται αυτές τις πληροφορίες: τι παραλείπουν, τι αναφέρουν, σε ποιο σημείο επιλέγουν να μοιραστούν αυτό που είχαν κρυφό, όπως για παράδειγμα όταν η θεραπευομένη, σε έναν φαινομενικά ευτυχισμένο γάμο, μια μέρα λέει: Φλερτάρω εδώ και μήνες με ένα συνάδελφο στη δουλειά.

Συνήθως τα πρόσωπα- εκτός ίσως από ένα υπερβολικά ναρκισσιστικό πρόσωπο - επιζητούν να μιλήσουν με έναν θεραπευτή με βαθιά εσωτερική ζωή και όχι σε κάποιον που θυμίζει τοίχο. Η ψυχοθεραπεύτρια που έμαθε τη δυσάρεστη είδηση της εγκυμοσύνης της, αντέδρασε με τον τρόπο που θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε από εμάς – και αυτό είναι καλό. Βέβαια μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος: Αν ήμουν θεραπευόμενός της, θα ήθελα να απαντήσει σε εκείνο το τηλεφώνημα στη συνεδρία μου; και η απάντηση είναι: Φυσικά και όχι! Αλλά βλέποντας την εκείνη την ημέρα στο καφέ, θα μπορούσε ο καθένας να νιώθει ακόμα πιο ασφαλής μαζί της, γιατί θα μπορούσε να την εμπιστευτεί να κατανοήσει τον ίδιον και τις πηγές του πόνου της.


Πηγή: PsychologyNow.gr