• Αρχική
  • Άρθρα
  • Τί μπορεί να κάνει ο ψυχολόγος όταν η ψυχοθεραπεία δεν προχωρά

Τί μπορεί να κάνει ο ψυχολόγος όταν η ψυχοθεραπεία δεν προχωρά

Όλοι οι θεραπευτές έχουμε διανύσει περιόδους όπου η θεραπεία δείχνει να έχει «κολλήσει» με τον θεραπευόμενο, να μην μπορεί να προχωρήσει παραπέρα ή να μη μπορεί να δει κατάματα τη δική του αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, περίοδοι οι οποίες μας γεμίζουν με ερωτήματα για την επιλογή του επαγγέλματος αυτού.

Όταν η θεραπεία δεν προχωρά, είναι γιατί είχαμε παρασυρθεί κι εμείς στον κόσμο της θλίψης του θεραπευόμενου, βλέποντας τα πράγματα μέσα από τα μυωπικά γυαλιά του και μολύνοντας την αλληλεπίδραση μαζί του. Εστιασμένοι αποκλειστικά στα άσχημα συναισθήματα που γεννά η δυσκολία που ο θεραπευτόμενος αντιμετωπίζει, μοιάζει σαν να χάνουμε την ικανότητά μας να διαβλέπουμε διαφορετικό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς ή δυνατότητα αλλαγής. 

Όταν πέσουμε στην παγίδα αυτή, πρέπει να διαρρήξουμε τον φαύλο αυτό κύκλο, να διευρύνουμε την οπτική μας, να είμαστε ανοιχτοί στις προκλήσεις. Ακούγεται ελπιδοφόρο και ταυτόχρονα είναι ευκολότερο από όσο φαίνεται. Για να βεβαιωθείτε εάν πράγματι η θεραπεία έχει φτάσει σε αυτό το σημείο, μπορείτε να θέσετε στους εαυτούς σας τα παρακάτω ερωτήματα, ενώ παρατίθενται και τρόποι κινητοποίησης της σκέψης σας και της σκέψης του θεραπευόμενού σας μέσα στη θεραπεία.

 

Η παγίδα των συναισθημάτων

Πολλοί από εμάς έχουμε εκπαιδευτεί να ανακαλύπτουμε τα συναισθήματα των ασθενών μας, να τα επικυρώνουμε, να εντοπίζουμε τι σημαίνουν για εκείνους. Από το να εξαντλούμε τη συζήτηση γύρω από αυτά, πιο βοηθητικό θα ήταν να εστιάσουμε στις αιτίες που προκαλούν τα συναισθήματα αυτά. Έτσι, σταματούν να αποτελούν κάτι απόλυτο και παραμένουν απλά φωτεινοί σηματοδότες που μας προσφέρουν σημαντική ανατροφοδότηση για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας αλλά και για το ποια κατεύθυνση είναι προτιμότερο να λάβει.

Στο παράδειγμα μιας θεραπευόμενης που δεν την ευχαριστούσε τίποτα από τη ζωή της, η αίσθηση που καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της, η αναπνοή και η στάση του σώματός της, μετά την εκτενή περιγραφή των συναισθημάτων που βίωνε, οι υποθέσεις του θεραπευτή περί προσδοκιών της από τον κόσμο που δεν ανταπεξερχόταν σε αυτές, την οδήγησε στο να του ομολογήσει την αδυναμία της στη λήψη αποφάσεων. Η παραπάνω διαπίστωση άνοιξε νέους δρόμους στη θεραπεία, αφού ο θεραπευτής της έμαθε σταδιακά έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο λήψης αποφάσεων που να συνάδει με τις προτιμήσεις της, τα ενδιαφέροντά της, ενθαρρύνοντάς την να αναρωτιέται κάθε φορά για το αν εκείνη αισθάνεται καλά με την απόφασή της. Έτσι, βρήκε έναν αποτελεσματικό τρόπο να απαλλάξει τον εαυτό της από επιλογές που δεν την έκαναν χαρούμενη, απελευθερώνοντάς την από τα αρνητικά συναισθήματα που συνδέονταν με αυτές.

 

Η παγίδα της κριτικής των συναισθημάτων

Και σαν να μην έφταναν τα άσχημα συναισθήματα, έρχεται να προστεθεί και η αυτοκριτική των θεραπευομένων για την «αδυναμία» τους να αισθάνονται έτσι, μπαίνοντας πιο βαθιά σ’ έναν φαύλο κύκλο και απομακρυνόμενοι από προβλήματα και πιθανές λύσεις. Σε αυτό το σημείο τα συναισθήματα μπορούν να «βαφτιστούν» από το θεραπευτή ως θετικά, αφού ως φωτεινοί σηματοδότες, υποδεικνύουν πως κάτι πρέπει να προσέξουμε. Ακόμη και η αλλαγή της ονομασίας των άσχημων συναισθημάτων σε δυσάρεστα, είναι αρκετή για να στρέψουν την προσοχή τους από την προσπάθειά τους να εξαλείψουν το συναίσθημά τους, στο να επιλύσουν το πρόβλημα που τα προκαλεί.

 

Μήπως δίνετε σημασία μόνο στις λεκτικές αποκρίσεις του;

Συνήθως, όταν στρέφουμε την προσοχή μας μόνο στις λέξεις που χρησιμοποιεί ο θεραπευόμενος, συνήθως χάνουμε τον χρόνο μας, αφού οι πιο σημαντικές πληροφορίες κρύβονται στον τόνο της φωνής, στο ρυθμό, τη στάση του σώματος, τις εκφράσεις του προσώπου, στην αναπνοή και άλλες μη λεκτικές ενδείξεις. Οι λεκτικές αναφορές θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν ως φήμες που δεν επιβεβαιώνονται παρά μόνο με τη βοήθεια των μη λεκτικών προαναφερθέντων ενδείξεων.

Είναι σαφώς χρήσιμες οι λέξεις που θα χρησιμοποιήσει ο θεραπευόμενος στη συνεδρία, αρκεί να συνοδεύονται από μη λεκτική συμπεριφορά του θεραπευτή του που θα εκμαιεύσει νέες αντιδράσεις από την πλευρά του πρώτου. Εάν δεν πάρει μια απάντηση από τον θεραπευόμεο μπορεί είτε να περιμένει για αυτή ή να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του με τρόπο ώστε να την εκμαιεύσει.

 

Μήπως εκπέμπετε μηνύματα που θα ήταν πιο αποτελεσματικά εάν τα υπονοούσατε σιωπηρά;

Ας πάρουμε για παράδειγμα δύο προτάσεις:

«Ίσως είναι ευκολότερο να το φανταστείς με τα μάτια κλειστά».

«Ίσως είναι δυσκολότερο να το φανταστείς με τα μάτια ανοιχτά».

Οι παραπάνω προτάσεις είναι συνώνυμες. Παρόλα αυτά, η πρώτη υποθέτει ότι πρόκειται για κάτι εύκολο, ενώ η δεύτερη για κάτι δύσκολο. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν συνειδητά τη διαφορά, όμως στην πρώτη οδηγία θα ανταποκριθούν με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι στη δεύτερη. Είναι σημαντική λοιπόν η βαθιά γνώση της γλώσσας για τους κλινικούς.

 

Μήπως είναι ώρα για διάλειμμα; Λίγο χιούμορ, παρακαλώ!

Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, αυτοί που είναι βυθισμένοι στη δική τους δυστυχία, συνήθως βλέπουν τους εαυτούς τους και την κατάσταση στην οποία έχουν βρεθεί με μεγάλη σοβαρότητα. Το χιούμορ όμως και τα ανέκδοτα έχουν τη δύναμη να διαταράξουν την ισορροπία και να εκπλήξουν τους ανθρώπους ευχάριστα, σύροντάς τους έξω από την αρνητική οπτική στην οποία έχουν βυθιστεί. Ακόμη κι ένα ανέκδοτο παραμένει ένας απολαυστικός τρόπος για να μετατρέψεις τη διάθεση κάποιου από ζοφερή σε λίγο πιο παιχνιδιάρικη.

 

Συνοψίζοντας

‘Όταν θυμόμαστε πως οι εμπειρίες που γεννούν τα συναισθήματα είναι πιο σημαντικές και από τα συναισθήματα αυτά καθ’ αυτά, ότι η κριτική σε αυτά απλά αποσπά την προσοχή και ότι οι ασυνείδητες μη λεκτικές αποκρίσεις στην επικοινωνία σας είναι ισχυρά μέσα για να επιφέρουν την αλλαγή, η θεραπεία μπορεί να αποβεί πιο απελευθερωτική για σας και τους ασθενείς σας. Πιο σημαντικό όμως για να έχουμε κατά νου είναι το γεγονός ότι η έκβαση και επιτυχία της θεραπείας εξαρτάται από την επιδεξιότητα τη δική μας να χειριστούμε την ανθρώπινη επικοινωνία και τους ιστούς που αυτή αόρατα έχει υφάνει ανάμεσά μας προκειμένου να αρθούν όλα τα εμπόδια που παρακωλύουν τη θεραπεία για να επέλθει η αλλαγή.


Πηγή: PsychologyNow.gr