• Αρχική
  • Άρθρα
  • Διατηρώντας και κατανοώντας τα όρια στην ψυχοθεραπεία

Διατηρώντας και κατανοώντας τα όρια στην ψυχοθεραπεία

Ο τρόπος που θέτουμε και διατηρούμε τα όριά μας, αντανακλά όχι μόνο τις προσωπικές και επαγγελματικές μας αξίες, αλλά και τον σεβασμό μας απέναντι στους θεραπευόμενούς μας καθώς και τις δικές τους ανάγκες για όρια.

Η ψυχοθεραπεύτρια Ντάιαν Μπαρθ διερευνά τα προσωπικά αλλά και τα θεραπευτικά όρια, ως ένα απαραίτητο συστατικό για την ύπαρξη υγιών σχέσεων.

Η Ανίτα, μια έμπειρη θεραπεύτρια, ήρθε να με συμβουλευτεί σχετικά με έναν θεραπευόμενό της, ο οποίος έφτανε συνέχεια αργοπορημένος στις συνεδρίες και αρνιόταν να φύγει όταν ο χρόνος του είχε τελειώσει. Συνήθως δεν δυσκολεύομαι να θέσω όρια στους θεραπευόμενούς μου, είπε. Όμως, έχω δοκιμάσει τα πάντα μαζί του και τίποτα δεν έχει αποτέλεσμα. Στην τελευταία μας συνεδρία του είπα ότι θα έπρεπε να αρχίσω να τον χρεώνω για τον επιπλέον χρόνο. Εκείνος απλά είπε «εντάξει». Ωστόσο, εξακολουθούσε να μην φεύγει μετά το τέλος της συνεδρίας.

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα όρια είναι εξαιρετικά σημαντικά σε κάθε ψυχοθεραπευτική σχέση, αλλά δεν είναι πάντα εύκολο να τα προσδιορίσουμε ή να τα διατηρήσουμε. Επίσης, δεν είναι πάντα εύκολο να τα αναγνωρίσουμε.

 

Προσδιορίζοντας τα όρια στην ψυχοθεραπεία

Τι ακριβώς είναι ένα όριο; Μια ομάδα ψυχολόγων είχε αναφέρει κάποτε:

Ένα όριο μπορεί να οριστεί ως το σύνορο της σωστής επαγγελματικής συμπεριφοράς, η υπέρβαση του οποίου περιλαμβάνει είτε την παραίτηση του θεραπευτή από τον κλινικό του ρόλο ή την παραβίαση του κλινικού του ρόλου.

Στις καθημερινές αλληλεπιδράσεις μας με τους άλλους, τα όρια είναι δηλώσεις του τι θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε, τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει, πόσο μακριά είμαστε ή δεν είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε, πόσο μπορεί να μας πλησιάσει κάποιος ή πόσο κοντά θέλουμε εμείς να έρθουμε με ένα άλλο άτομο… όλες μαζί είναι το σύστημα αξιών μας εν δράσει.

Αυτοί οι ορισμοί ισχύουν τόσο για τους θεραπευτές όσο και για τους θεραπευόμενους, ωστόσο υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο. Για παράδειγμα, ο τρόπος που θέτουμε και διατηρούμε τα όριά μας αντανακλά όχι μόνο τις προσωπικές και επαγγελματικές μας αξίες, αλλά και τον σεβασμό μας απέναντι στους θεραπευόμενούς μας καθώς και τις δικές τους ανάγκες για όρια.

Επίσης, τα όρια αντικατοπτρίζουν κάτι σημαντικό σχετικά με τον σεβασμό μας απέναντι στους εαυτούς μας.

Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν ένα από τα προβλήματα με τα οποία πάλευε η Ανίτα. Επιθυμούσε το σεβασμό του θεραπευόμενού της και εκλάμβανε την συμπεριφορά του σχετικά με τον προγραμματισμό των συνεδριών τους, ως έλλειψη σεβασμού απέναντί της. Αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να βρει έναν τρόπο να διατηρήσει τα όριά της, τον αυτοσεβασμό της, αλλά και τον σεβασμό του θεραπευόμενου απέναντί στην ίδια.

Τα όρια επίσης φανερώνουν σημαντικές πληροφορίες για τη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων, είτε η σχέση αυτή είναι προσωπική είτε επαγγελματική. Τα όρια μπορεί να είναι εφήμερα και συχνά περίπλοκα, εν μέρει επειδή ενσαρκώνουν τις συχνά ασαφείς γραμμές σύνδεσης και απόστασης σε μια σχέση.

Στην ψυχοθεραπεία, ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς, πραγματοποιείται στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ του θεραπευτή και του θεραπευόμενου. Οι θεραπευόμενοι έχουν μια ευκαιρία να δουλέψουν πάνω στις δυσκολίες των σχέσεων τους.

Τα όρια, ανεξάρτητα από το αν έχουν να κάνουν με τους κανόνες στο γραφείο, τις πληρωμές, τον προγραμματισμό, τη διαδικτυακή επικοινωνία ή την προσωπική ζωή του θεραπευτή, μπορούν να αποτελέσουν το μέσο για τη διερεύνηση, την κατανόηση και τη δουλειά πάνω σε ζητήματα που αναδύονται από την αλληλεπίδραση του θεραπευόμενου με τους άλλους.

Ο Φρόιντ κάποιες φορές έκανε κατ’ οίκον θεραπευτικές επισκέψεις και συχνά αλληλεπιδρούσε με τους ασθενείς του σε κοινωνικό επίπεδο. Όμως σήμερα, μια τέτοια συμπεριφορά θεωρείται υπέρβαση ορίων. Το διαδίκτυο, ωστόσο, έχει προκαλέσει δραματικές αλλαγές στα παραδοσιακά όρια.

Ενώ κάποιοι θεραπευτές αρνούνται να έχουν διαδικτυακή επικοινωνία εκτός ραντεβού, πολλοί άλλοι διεξάγουν ψυχοθεραπεία και μέσω διαδικτύου και τηλεφώνου, εξερευνώντας ακόμα τα οφέλη του να κάνουν διαδικτυακά ψυχοθεραπεία, ενώ οι θεραπευόμενοι είναι ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους.

 

Τα όρια έχουν νόημα

Παρ’ όλο που τα όρια τόσο του θεραπευτή όσο και του θεραπευόμενου χρειάζεται να διευκρινίζονται και να είναι σεβαστά, η περιέργεια του θεραπευτή για κάθε σχετική με τα όρια ερώτηση που αναδύεται σε έναν θεραπευόμενο, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο στην θεραπευτική διαδικασία.

Σε ένα άρθρο τους στην ιστοσελίδα Psychotherapy.net, σχετικά με την διεξαγωγή θεραπείας με θεραπευόμενους στο κρεβάτι τους, οι ψυχοθεραπευτές Γκιρέ και Μπουργκό λένε: Οι θεραπευτές φυσικά και χρειάζεται να δίνουν συνεχή προσοχή στα όρια και στα ζητήματα μεταβίβασης, αλλά μέσω της ευαισθητοποίησης μπορούμε επίσης να εστιάσουμε στο σκοπό και στη σημασία κάθε υπέρβασης ορίων.

Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια πολλοί θεραπευόμενοι έχουν ζητήσει να με αγκαλιάσουν. Η σωματική επαφή ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο έχει για πολύ καιρό υπάρξει ένας τομέας αντιπαράθεσης και φυσικά, ένα ζήτημα ορίων. Είναι σημαντικό θέμα, όχι μόνο σε ό,τι αφορά πιθανό σεξουαλικό καταναγκασμό και επίθεση, αλλά γεννά επίσης σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την άνεση, τόσο του θεραπευτή όσο και του θεραπευόμενου για τη μη σεξουαλική σωματική επαφή.

Δεν εκφράζομαι ιδιαίτερα άνετα μέσω της σωματικής επαφής και δεν θεωρώ αυτού του είδους την επαφή οικεία. Επειδή γνωρίζω ότι η υπέρβαση των δικών μου ορίων σε αυτές τις περιπτώσεις θα ήταν επιβλαβής για την θεραπευτική δουλειά μου, έχω βρει τρόπους να αρνούμαι διακριτικά και προσεκτικά αυτό το αίτημα, εξηγώντας ότι πρόκειται για ένα προσωπικό μου όριο που προσέχω να μην υπερβώ.

Μια τέτοιου είδους εξήγηση συχνά οδηγεί σε απολογίες από την πλευρά των θεραπευόμενων και κάποιες φορές σε μια επώδυνη συζήτηση του φόβου τους, ότι όχι μόνο δεν είναι αγαπητοί, αλλά είναι επίσης τόσο απωθητικοί που κανείς δεν θα ήθελε ποτέ να τους αγγίξει.

Σε ένα περιστατικό με έναν θεραπευόμενο που φαινόταν να έκανε ό,τι μπορούσε για να παρουσιάσει τον εαυτό του όσο το δυνατόν περισσότερο απωθητικό, τον ρώτησα εάν όντως δεν ήθελε να τον αγγίζουν. Φάνηκε να ξαφνιάστηκε από την ερώτησή μου, αλλά μετά άρχισε να αναρωτιέται δυνατά. Νομίζω ότι θέλω να με αγγίζουν, είπε. Δεν είναι αυτό. Αλλά πιστεύω ότι φοβάμαι ότι πρόκειται να με απορρίψουν και γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο προσπαθώ να γίνω τόσο αποκρουστικός, ώστε να ξέρω από την αρχή τι πρόκειται να συμβεί.

Του απάντησα ότι αυτό μου έκανε νόημα. Είπα ότι νόμιζα ότι προσπαθούσε να πάρει τον έλεγχο όλων όσων φοβόταν. Είναι καλύτερα να μη βρεθώ εξ απροόπτου, συμφώνησε. Κατά κάποιο τρόπο δεν πονάει τόσο. Δουλέψαμε μαζί θεραπευτικά πολλά χρόνια και η διαδικασία του να καταλάβουμε τι συμβαίνει με καθέναν από εμάς αλλά και μέσα στη σχέση μας, μάς βοήθησε να καταλάβουμε μερικές εξαιρετικά σημαντικές, περίπλοκες αλλά και λεπτές πτυχές των σχέσεων του.

Έχω μάθει να μοιράζομαι αυτές τις πληροφορίες για τον εαυτό μου με τους θεραπευόμενούς μου, με έναν τρόπο που συχνά οδηγεί στην εύρεση άλλων τρόπων να μπορούν να νιώθουν ανακούφιση και παρηγοριά από εμένα, χωρίς να υπάρχει άγγιγμα. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαδικασία του να συζητάμε σχετικά με τις διαφορετικές μας ανάγκες, έχει επίσης ανοίξει θέματα αναφορικά με παρόμοια προβλήματα που και οι ίδιοι αντιμετωπίζουν στις προσωπικές τους ζωές.

 

Παράδειγμα προς μίμηση και όρια

Ο τρόπος με τον οποίο διερευνούμε και δουλεύουμε με τα όρια, μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως ένα πρότυπο για τους θεραπευόμενους, ανεξάρτητα από το αν αυτό εξυπηρετεί την προστασία των δικών τους ορίων ή το σεβασμό των ορίων των άλλων.

Για παράδειγμα, υπάρχουν φορές που νιώθω άνετα να αγκαλιάσω έναν θεραπευόμενο. Δεν είμαι πάντοτε σίγουρη για το τι ακριβώς με κάνει να αισθάνομαι άνετα με την επαφή αυτή, αλλά έχω μάθει να σέβομαι τα εσωτερικά μου «μηνύματα», με τον ίδιο τρόπο που ενθαρρύνω τους θεραπευόμενούς μου να δίνουν βάση στις δικές τους επιθυμίες και να μην κάνουν πάντα αυτό που θέλουν οι άλλοι.

Πρόσφατα, δύο διαφορετικές θεραπευόμενες οι οποίες αντιμετώπιζαν επώδυνες πραγματικότητες στις ζωές τους, ανέφεραν το θέμα της αγκαλιάς. Και οι δύο έκαναν θεραπεία μαζί μου για κάποιο χρονικό διάστημα. Μία εκ των δύο με ρώτησε διστακτικά εάν θα μπορούσε να με αγκαλιάσει. Η άλλη μου είπε ότι ποτέ δεν θα την αγκάλιαζα, ούτε θα την κοίταζα συμπονετικά.

Και στις δύο περιπτώσεις, συμφώνησα με το αίτημά τους. Ρώτησα επίσης, αν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε αναφορικά με το νόημα των αιτημάτων τους, δηλαδή τι ήλπιζαν να συμβεί και τι ήλπιζαν να αποφύγουν. Και τέλος, ρώτησα εάν θα μπορούσαν να μου μιλήσουν για το πως βίωσαν την αντίδρασή μου.

Ήμουν πρόθυμη να αποδεχτώ και να ανταποκριθώ στις ανάγκες τους, αλλά διατηρούσα επίσης την περιέργειά μου σχετικά με το τι συνέβαινε κάτω από την επιφάνεια, δηλαδή τι ακριβώς σήμαιναν η αγκαλιά ή οι περιορισμοί αναφορικά με τη μεγαλύτερη εικόνα στις ζωές τους. Εν μέρει, μπορούσα να παρέχω αυτού του είδους την προσέγγιση εξαιτίας της επίγνωσης και του σεβασμού μου απέναντι στα όρια τόσο των θεραπευόμενών μου και όσο και τα δικά μου.

 

Εξερευνώντας, κατανοώντας και διατηρώντας τα όρια

Επιστρέφοντας στη συζήτηση για την Ανίτα, καθώς προσπαθούσαμε να καταλάβουμε την άρνηση του θεραπευόμενού της να αποδεχτεί τα όριά της, αρχίσαμε να βλέπουμε ότι η δυναμική μεταξύ τους ήταν πολύπλοκη, όχι μόνο εξαιτίας των προσωπικών τους δυναμικών, αλλά και λόγω των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων.

Νιώθω ότι συμπεριφέρεται σαδιστικά, είπε εκείνη. Αρνούμενος να αποδεχτεί τα όρια που θέτω, δημιουργεί μια άβολη κατάσταση. Είναι ένα επιθετικό αρσενικό και με τοποθετεί στη θέση του υπάκουου θύματος. Και εγώ αρνούμαι να βρίσκομαι σε αυτή τη θέση.

Στο βιβλίο του Attachment in Psychotherapy, ο κλινικός ψυχολόγος Ντέιβιντ Γουόλιν διερευνά κάποιες από τις συνδέσεις μεταξύ της συμπεριφοράς του θεραπευόμενου, των αντιδράσεων του ειδικού, και ασαφών, συχνά άγνωστων ζητημάτων προσκόλλησης.

Επειδή θεώρησα ότι η συμπεριφορά του θεραπευόμενού της, ίσως να σχετιζόταν με κάποια σιωπηρή, δυσπρόσιτη σχεσιακή δυναμική, ρώτησα την Ανίτα αν θα μπορούσε να συζητήσει μαζί του σχετικά με τον προβληματισμό της. Αρχικά αμφέβαλλε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν χρήσιμο. Γιατί να βάλω τον εαυτό μου σε μία τόσο ευάλωτη θέση; ρώτησε.

Της είπα ότι πίστευα ότι με το να μοιραστεί ένα μέρος του προβληματισμού της, ίσως να μπορούσε να εκφράσει λεκτικά κάποια συναισθήματα και σχεσιακά προβλήματα που της αντανακλούσε ο θεραπευόμενός της. Είπα ότι θεωρούσα ότι ίσως ακόμη και να ανακουφιζόταν ο θεραπευόμενός της, εάν η Ανίτα μπορούσε να διατυπώσει κάτι που αυτός αισθανόταν, αλλά δεν μπορούσε να εκφράσει ή ακόμα και να σκεφτεί.

Ανέφερα επίσης, ότι ήλπιζα ότι αποτυπώνοντας λεκτικά τον προβληματισμό της, θα μπορούσε να αλλάξει τη μάχη εξουσίας μεταξύ τους. Αποφάσισε ότι όντως δεν είχε τίποτα να χάσει. Έχω δοκιμάσει τα πάντα, είπε.

Όταν ήρθε για ακόμη μία φορά αργοπορημένος στην επόμενη συνεδρία τους, η Ανίτα έφερε στην κουβέντα τους το συνδυασμό της καθυστερημένης άφιξής του και της άρνησής του να φεύγει στην ώρα του. Είπε: Σκεφτόμουν όσα συμβαίνουν εδώ και θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου μαζί σου, παρ’ όλο που μπορεί να μην σου αρέσουν. Θα ήσουν εντάξει με αυτό; Εκείνος έγνεψε καταφατικά, αλλά η Ανίτα είπε ότι έμοιαζε να νιώθει άβολα. Τότε του είπε όλα αυτά που είχε πει και σε εμένα.

Ο θεραπευόμενος έμοιαζε βαθιά συγκινημένος από τα σχόλιά της. Έχοντας μείνει σιωπηλός για λίγα λεπτά, είπε: Ζηλεύω που έχεις τόση εξουσία σε αυτή τη σχέση. Και εσύ νιώθεις επίθεση εκ μέρους μου. Πιστεύω ότι ίσως να έλυσες έναν γρίφο που δεν μπορούσα να λύσω εδώ και πολύ καιρό. Δεν είχα βρει καν τον τρόπο να το σκεφτώ αυτό, μέχρι τώρα.

Συνέχισε εξηγώντας ότι συχνά φαινόταν να εμπλέκεται σε παρόμοιου είδους μάχες εξουσίας τόσο στη δουλειά του όσο και στις προσωπικές του σχέσεις με τις γυναίκες. Πάντοτε αισθανόμουν ότι ήμουν ο μόνος που εξαναγκαζόταν να κάνει πράγματα παρά την θέλησή του, είπε χαμηλόφωνα.

Αλλά ίσως και οι άλλοι να αισθάνονται όπως και εσύ, δηλαδή ότι εγώ είμαι εκείνος που τους καταπιέζει. Αυτό είναι πράγματι περίεργο. Αλλά κατά κάποιον τρόπο εξηγεί γιατί οι άλλοι θυμώνουν τόσο πολύ μαζί μου, όταν εγώ προσπαθώ απλά να προστατεύσω τον εαυτό μου.

Αυτή η αποκάλυψη δεν άλλαξε εντελώς την μάχη του για την εξουσία, ούτε άλλαξε με μαγικό τρόπο τις δυσκολίες του με τους άλλους. Στην πραγματικότητα, έπρεπε επανειλημμένα να επανεξετάζουν την ίδια δυναμική, τόσο μέσα στο πλαίσιο της σχέσης τους, όσο και αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους ανθρώπους στη ζωή του. Ο θεραπευόμενος άρχισε να έρχεται στη σωστή ώρα για τη συνεδρία του, ωστόσο συνέχισε να αντιμετωπίζει δυσκολία στο να φεύγει μετά το τέλος της συνεδρίας.

Όμως, πλέον μπορούσαν να εξετάσουν κάποιους από τους λόγους και για τις δύο συμπεριφορές του, όχι με το να δίνουν μάχες εξουσίας, αλλά προσπαθώντας να ελέγξουν τόσο τη σύνδεση όσο και την απόσταση από τη θεραπεύτριά του. Η διερεύνηση αποκάλυψε ότι εκείνος έβρισκε τον αποχωρισμό τους εξαιρετικά επώδυνο, αλλά ντρεπόταν να παραδεχτεί πόσο πολύ τον πλήγωνε να πρέπει να φύγει ή να εγκαταλειφθεί από κάποιο πρόσωπο στο οποίο ένιωθε κοντά.

Είχαν μία μακροχρόνια και αποτελεσματική θεραπευτική σχέση και οι αρχικές μάχες που έδιναν στο τέλος των συνεδριών, έγιναν μια εμπειρία στην οποία αναφέρονταν ξανά και ξανά ως ένα πρότυπο για να κατανοήσουν τι συνέβαινε όταν ο θεραπευόμενος άρχισε να δοκιμάζει τα όρια και να συμπεριφέρεται αλλά και να αισθάνεται ως επαναστάτης έφηβος.

 

Συμπέρασμα

Τα όρια είναι απαραίτητα σε κάθε σχέση, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου. Αν και συχνά είναι ασαφή, οι εφήμερες γραμμές ανάμεσα στη σύνδεση και την απόσταση μεταξύ του εαυτού και των άλλων, μπορούν να γίνουν τα μέσα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα προβλήματα ενός θεραπευόμενου τόσο με τον εαυτό του όσο και με τις σχέσεις του.

Ένα ξεκάθαρο και αμετάβλητο πλαίσιο μπορεί να προστατεύσει τη θεραπευτική εργασία. Ωστόσο, αυτή μπορεί να ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό, μέσα από την διαδικασία της διερεύνησης, της κατανόησης και της ανάλυσης αυτών των ορίων.


Πηγή: PsychologyNow.gr